432334324234

Δικηγόροι και Συναισθηματική Nοημοσύνη

Πριν από μια εικοσαετία δύσκολα θα έβρισκε κανείς άρθρο δημοσιευμένο σε νομικό περιοδικό που να συνέδεε τη δικηγορία με τα συναισθήματα, ούτε καν ως λέξεις, πόσο μάλλον ως έννοιες. Σήμερα, με την αλματώδη ανάπτυξη των σπουδών για τους Εναλλακτικούς Τρόπους Επίλυσης των Διαφορών [ΕΤΕΔ] σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο, κυρίως όμως στις ΗΠΑ, έχουμε ένα πλουσιότερο μοντέλο του δικηγορικού επαγγέλματος. Πεδία όπως οι Διαπραγματεύσεις, η Διαμεσολάβηση και η Διαιτησία έχουν συνεισφέρει τόσο σε θεωρητικό όσο και σε ερευνητικό-εμπειρικό επίπεδο προ-κειμένου να έχουμε μια εικόνα του δικηγόρου ως επαγγελματία που εκπληρώνει πολλαπλές λειτουργίες και διεκπεραιώνει πολυσύνθετους ρόλους. Άρα μπορούμε να κάνουμε λόγο για ένα κυριολεκτικά νέο προφίλ δικηγόρου.

(1) Ο Δικηγόρος ως διαχειριστής συναισθημάτων

Η συναισθηματική νοημοσύνη (emotional intelligence) αναφέρεται στην ικανότητά μας να αντιλαμβανόμαστε, να ελέγχουμε και να αξιολογούμε τα συναισθήματά μας. Πρόκειται για μια έννοια που έχει αναλυθεί στα πλαίσια συμπεριφορικών κυρίως ερευνών κι έχει αξιοποιηθεί κατά την τελευταία δεκαπενταετία από κλάδους όπως οι οργανωσιακές σπουδές. Η συναισθηματική νοημοσύνη σχετίζεται με την αυτογνωσία, την αυτοπειθαρχία, τον αλτρουισμό και την ικανότητά μας να συμπάσχουμε με τους συνανθρώπους μας. Σύμφωνα με τον Daniel Goleman, έναν από τους συγγραφείς με τη μεγαλύτερη επιρροή στον χώρο, όσοι έχουν υψηλό δείκτη EQ είναι περισσότερο επιτυχημένοι, τόσο στην επαγγελματική όσο και στην προσωπική τους ζωή (Goleman 1997). Επομένως, ένα άτομο με μέτριο IQ και υψηλό EQ μπορεί να είναι περισσότερο πετυχημένο από ένα ιδιαίτερα ευφυές άτομο, αρκεί να καλλιεργήσει τη συναισθηματική του νοημοσύνη. Τέλος, ενώ η γνωστική μας νοημοσύνη είναι αποτέλεσμα της «γενετικής λοταρίας» και δεν αλλάζει, η συναισθηματική μας ευφυΐα υπόκειται σε διαρκή εξέλιξη κι επομένως μπορεί να βελτιωθεί.

Τα συναισθήματα είναι οι βιωματικές αντιδράσεις μας απέναντι σε γεγονότα που μας αφορούν άμεσα. Βιώνουμε θετικά συναισθήματα όπως ενθουσιασμό και χαρά όταν ικανοποιείται κάποια ανάγκη μας, σωματική ή ψυχολογική. Βασικές ανθρώπινες ανάγκες (core concerns) είναι η ανάγκη για αναγνώριση, η ανάγκη για ανάπτυξη δεσμών με πρόσωπα ή ομάδες, η ανάγκη για αυτονομία και η ανάγκη για την κατάκτηση μιας κοινωνικής θέσης. Τα θετικά συναισθήματα συνήθως προάγουν την συνεργασία. Αντιθέτως τα αρνητικά συναισθήματα προκύπτουν όταν οι βαθύτερες ανάγκες μας παραμένουν ανεκπλήρωτες. Ο φόβος, ο θυμός και οι ενοχές ενεργοποιούν ανταγωνιστικές συμπεριφορές και δυναμιτίζουν τις προσπάθειες για εποικοδομητικό διάλογο.

Σε άλλες έννομες τάξεις έχει γίνει σήμερα ευρύτερα αποδεκτό ότι ο επιτυχημένος δικηγόρος πρέπει να είναι επιτυχημένος διαχειριστής συναισθημάτων, των δικών του και των άλλων, πελατών και συναδέλφων του. Η διαχείριση συναισθημάτων αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν ο δικηγόρος προσπαθεί να επιλύσει μια διαφορά εξωδικαστικά. Για το λόγο αυτό, η θεωρία και οι τεχνικές των διαπραγματεύσεων (Negotiation) έχουν εξελιχθεί παράλληλα με τον επιστημονικό κλάδο της ψυχολογίας.

Κάθε υπόθεση έχει διαστάσεις νομικές, οικονομικές, κοινωνικές αλλά και συναισθηματικές. Αυτές τις τελευταίες οι νομικοί, τόσο της θεωρίας όσο και της πράξης, συνήθως τις παραγνωρίζουν διότι δεν θεωρούν ότι άπτονται του αντικειμένου τους. Ωστόσο, για να αντεπεξέλθουν επιτυχώς στο έργο τους, οι δικηγόροι θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους τον συναισθηματικό παράγοντα. Σε λίγα επαγγέλματα αναδεικνύεται με τόσο έντονο τρόπο το γεγονός ότι τα συναισθήματα έχουν επιπτώσεις – επιπτώσεις που συχνά φτάνουν στις αίθουσες των δικαστηρίων. Πράγματι, ήδη από το διάστημα της άσκησής του, ένας νεαρός δικηγόρος σύντομα θα διαπιστώσει ότι ένας μεγάλος αριθμός υποθέσεων που χειρίζεται προϋποθέτουν κάποιον βαθμό συναισθηματικής εμπλοκής.

Η συναισθηματική εμπλοκή μεταφράζεται πρακτικά σ’ ένα πιο συνεργατικό πνεύμα άσκησης του επαγγέλματος. Οι πρώτες σχετικές εμπειρικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στις ΗΠΑ στις αρχές του 1980 έκαναν τη διάκριση μεταξύ συνεργατικού και ανταγωνιστικού τρόπου άσκησης της δικηγορίας. Τα αποτελέσματά τους έδειχναν ότι οι δικηγόροι που υιοθετούσαν μια συνεργατική προσέγγιση, δηλαδή όσοι επιχειρούσαν να λύσουν το πρόβλημα (και όχι απλά και μόνο να επικρατήσουν στον δικαστικό αγώνα) ήταν πιο αποτελεσματικοί στον χειρισμό υποθέσεων σε σχέση με τους ανταγωνιστικούς συναδέλφους τους, αλλά κι απολάμβαναν μεγαλύτερη καταξίωση μέσα στο επάγγελμα.

Προκειμένου να ασκήσει επιτυχώς το επάγγελμά του, ο δικηγόρος είναι απαραίτητο να διαθέτει ένα σύνολο από δεξιότητες. Οι δεξιότητες αυτές αναπτύσσονται μέσα από συγκεκριμένες τεχνικές που διδάσκονται. Ανάμεσα σ’ αυτές εξέχουσα θέση κατέχουν οι στρατηγικές διαχείρισης των συναισθημάτων που διδάσκονται σε επίπεδο μεταπτυχιακών σπουδών στη Διοίκηση Επιχειρήσεων, αλλά και στο Δίκαιο εδώ και τρεις τουλάχιστον δεκαετίες. Με την εκμάθηση των στρατηγικών αυτών ο δικηγόρος είναι καλύτερα εφοδιασμένος να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες του επαγγέλματος, διότι γίνεται καλύτερος γνώστης της ανθρώπινης ψυχολογίας. Βελτιώνει τις επικοινωνιακές του ικανότητες, γίνεται καλύτερος ακροατής κι επομένως καταλαβαίνει περισσότερα, συλλαμβάνοντας περισσότερες διαστάσεις των υποθέσεων που χειρίζεται. Κατανοεί καλύτερα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, τα κίνητρά τους, τις ανασφάλειές τους και τις βαθύτερες ανάγκες τους.

Παρόλαυτά, μέσα στη σύγχρονη νομική κουλτούρα υπάρχουν ακόμη αντιστάσεις απέναντι στην προβολή της ανθρωπιστικής διάστασης του δικηγορικού λειτουργήματος. Λίγοι προπτυχιακοί φοιτητές της Νομικής έχουν επαφή με πραγματικούς πελάτες πριν αποφοιτήσουν – κι έτσι ακόμη και στις ΗΠΑ όπου εδώ και χρόνια στη διδασκαλία εφαρμόζονται προσομοιώσεις δίκης (mock trials), η εξοικείωση με τεχνικές όπως είναι η συνέντευξη και η συμβουλευτική πελατών παραμένει περιορισμένη σε προπτυχιακό επίπεδο (Nelken 1996: 422).

(2) Ο Δικηγόρος ως γνώστης της μη λεκτικής επικοινωνίας

Το επιστημονικό ενδιαφέρον για τη μη λεκτική επικοινωνία ουσιαστικά ξεκίνησε το 1872 όταν ο Charles Darwin δημοσίευσε το βιβλίο του The Expression of the Emotions in Man and Animals. Πολλά από τα συμπεράσματά του ήρθε έναν αιώνα αργότερα να επιβεβαιώσει η χαρτογράφηση του ανθρώπινου γονιδιώματος, που εντόπισε τις βιολογικές μας καταβολές ως αίτια πολλών ειδών συμπεριφοράς. Όταν επικοινωνούμε μεταξύ μας, περνάμε ο ένας στον άλλον μη λεκτικά μηνύματα που φανερώνουν πολλά για τα συναισθήματά μας, τον χαρακτήρα μας και τις προθέσεις μας. Κάποια από αυτά τα μηνύματα είναι πιο εύκολα να τα αποκωδικοποιήσουν οι άλλοι, π.χ. ο τρόπος που ντυνόμαστε ή ο τρόπος που περπατάμε και κινούμαστε στον χώ-ρο. Άλλα μηνύματα είναι τόσο ανεπαίσθητα που ούτε εμείς οι ίδιοι συνειδητοποιούμε ότι τα εκπέμπουμε. Οι ψυχολόγοι διακρίνουν πολλά είδη μη λεκτικής επικοινωνίας:

· Οι εκφράσεις του προσώπου μας

· Οι χειρονομίες μας

· Η φωνητική επικοινωνία (paralinguistics), δηλαδή ο τόνος και η ένταση της φωνής μας

· Η γλώσσα του σώματος, η στάση του σώματος, κτλ

· Η ανάγκη μας για «προσωπικό χώρο» (personal space) – πόσο χώρο χρειαζόμαστε, πόσο χώρο θεωρούμε ότι δικαιούμαστε και πόσο δίνουμε στους άλλους (proxemics);

· Το βλέμμα μας, που μπορεί να εκφράσει μια ευρύτατη γκάμα συναισθημάτων, από εχθρότητα μέχρι έλξη

· Η απτική επικοινωνία (πώς επικοινωνούμε μέσω της πολύ σημαντικής αίσθησης της αφής)

· Η εξωτερική μας εμφάνιση (εμπειρικά έχει αποδειχθεί ότι η εξωτερική εμφάνιση επηρεάζει τις διαθέσεις μας, την κρίση μας και προκαλεί μια σειρά ψυχοσωματικών αντιδράσεων)

Όταν ο δικηγόρος μάθει τη γλώσσα της μη λεκτικής επικοινωνίας θα είναι σε θέση να διαπραγματευτεί πιο αποτελεσματικά με άτομα διαφορετικού φύλου, φυλής, εθνικής καταγωγής και κοινωνικής προέλευσης. Καθώς θα εξασκεί τη γλώσσα αυτή, σταδιακά θα αναπτύσσει περισσότερη αυτοπεποίθηση κι έτσι θα μπορεί να χειριστεί πιο σύνθετες διαπραγματεύσεις, που αφορούν σε περισσότερα θέματα που πρέπει να επιλυθούν αλλά και σε περισσότερα εμπλεκόμενα πρόσωπα.

Στις σύνθετες αυτές δικηγορικές υποθέσεις, ο δικηγόρος καλείται να αντιμετωπίσει όχι μόνο προβληματικές καταστάσεις, αλλά και προβληματικούς ανθρώπους. Οι ψυχολόγοι έχουν σκιαγραφήσει των προφίλ των προβληματικών προσωπικοτήτων που ενδέχεται με την συμπεριφορά τους να ζημιώσουν ανεπανόρθωτα την προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας. Ο “νταής” που φωνάζει, προσβάλλει κι απειλεί με τελεσίγραφα μπορεί να είναι εξίσου προβληματικός με τον ήσυχο και απόμακρο, που κωλυσιεργεί, δεν αναλαμβάνει πρωτοβουλίες ή φοβάται να πάρει μια απόφαση. Ένα σημαντικό κομμάτι των τεχνικών διαπραγμάτευσης αφορά στην αντιμετώπιση προβληματικών ανθρώπων.

Τα έντονα συναισθήματα είναι πηγές σύγκρουσης και οδηγούν στις περισσότερες περιπτώσεις στην κλιμάκωση της οποιασδήποτε διαμάχης. Καθώς ο δικηγόρος μετατρέπεται σε «διαχειριστή συναισθημάτων» ασκείται στον αυτό-έλεγχο και στην αυτοπαρατήρηση. Έτσι διατηρεί την πνευματική διαύγεια και την κριτική ικανότητα που απαιτείται για να παίρνει τις σωστές αποφάσεις (Fisher and Shapiro 2005: 146-149) και να μην υποπίπτει σε παγίδες και γνωστικά σφάλματα. Και βέβαια, όπως συμβαίνει με όλες τις δεξιότητες, βελτιώνονται με την εξάσκηση και με την πάροδο των ετών. Εδώ η επιστήμη επιβεβαιώνει κάτι που οι παλιότερες γενιές δικηγόρων θεωρούσαν «δίδαγμα κοινής πείρας»: ότι δηλαδή η ίδια η εμπειρία είναι ο καλύτερος δάσκαλος.

(3) Συναισθήματα και ηθικότητα

Ένας καλός δικηγόρος πρέπει να μάθει όχι μόνο να κερδίζει – αλλά και να χάνει. Κυρίως όμως πρέπει να μάθει να μην υπονομεύει τις σχέσεις του με πελάτες και συναδέλφους. Όταν ο δικηγόρος υιοθετεί συνειδητά μια προσέγγιση που να λαμβάνει υπόψη της τη συναισθηματική διάσταση ανθρώπων και καταστάσεων, αποφεύγει διαισθητικά και μια σειρά στρατηγικών που είναι ηθικά επιλήψιμες. Στην βιβλιογραφία έχουν καταγραφεί και κατηγοριοποιηθεί πολλές ηθικά αμφιλεγόμενες τακτικές διαπραγμάτευσης: ψέματα, υπερβολές, εξαπάτηση, αποδυνάμωση του αντιπάλου, απόκρυψη πληροφοριών, οπορτουνιστική εκμετάλλευση πληροφοριών, κ.ο.κ. (Reitz et al. 1998: 231-232).

Το περιεχόμενο που δίνει ο καθένας σε συμπεριφορές σαν κι αυτές που μόλις αναφέρθηκαν είναι διαφορετικό: ένας απόλυτος άνθρωπος (όπως ο Μισάνθρωπος του Μολιέρου) θα έλεγε «το να λέμε την αλήθεια είναι πάντοτε το σωστό – το να λέμε ψέματα είναι πάντοτε λάθος». Ένας πραγματιστής θα έλεγε π.χ. ότι «το σωστό ή το λάθος κρίνεται από την περίσταση» ή ακόμη ότι «το ψέμα δεν είναι ψέμα όταν είναι (κοινωνικά) αναμενόμενο». Επίσης, θα πρόσθετε ότι αλλιώς στοιχειοθετείται το ψέμα στο δικηγορικό επάγγελμα και αλλιώς π.χ. στον κόσμο των επιχειρήσεων – και διαφορετικά θα κρίνουμε τον Έλληνα δικηγόρο που λέει ψέματα απ’ ό,τι για παράδειγμα τον Σουηδό δικηγόρο, διότι ο πρώτος ζει κι εργάζεται σε μια κοινωνία με υψηλούς δείκτες διαφθοράς. Υπάρχει βέβαια και η άποψη σύμφωνα με την οποία «αυτό που οι μοραλιστές θεωρούν ανήθικη συμπεριφορά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων είναι στις περισσότερες περιπτώσεις ακριβώς αυτό που τα δικαστήρια χαρακτηρίζουν παράνομη συμπεριφορά» (Shell 1991: 93).

Οι περισσότεροι θεωρητικοί των Διαπραγματεύσεων επιμένουν ότι οι άγραφοι κοινωνικοί κανόνες της αμοιβαιότητας (norms of reciprocity) πρέπει να αποτελέσουν τη βάση του «κώδικα δεοντολογίας» πολλών επαγγελμάτων. Σύμφωνα με τον απλουστευμένο αυτό κώδικα, πρέπει ένας δικηγόρος να προσπαθεί να είναι αξιόπιστος, να φέρεται με πνεύμα δικαιοσύνης σε όσους του φέρονται δίκαια – και όταν του φέρονται άδικα, να το επισημαίνει έτσι ώστε να δείχνει στην άλλη πλευρά ότι δεν είναι διατεθειμένος να ανεχθεί τέτοιου είδους συμπεριφορές. Επομένως, ο δικηγόρος έχει την ηθική υποχρέωση να είναι δίκαιος και ακέραιος στις σχέσεις του με τους εντολείς του, με τα δικαστήρια και με συναδέλφους. Η προσωπική ακεραιότητα του κάθε δικηγόρου προάγει και την αξιοπιστία του δικηγορικού λειτουργήματος στη συνείδηση της κοινής γνώμης.

(4) Ο Δικηγόρος ως διαμεσολαβητής

Οι περισσότερες επίδικες διαφορές στηρίζονται σε μια σύγκρουση – θέσεων και συμφερόντων. Προκειμένου να επιλύσει τη διαφορά, είτε ακολουθώντας τη δικαστική οδό είτε επιχειρώντας να τη λύσει εξωδικαστικά, ο δικηγόρος πρέπει να «ξεκαθαρίσει το τοπίο». Για να αποσαφηνιστούν τα προβλήματα, πρέπει να εντοπιστούν τα συναισθήματα που τα συνοδεύουν και τα υποδαυλίζουν. Έτσι, ο δικηγόρος βλέπει τα προβλήματα στις πραγματικές τους διαστάσεις και μπορεί να τα χειριστεί καλύτερα.

Ταυτόχρονα, ως εκπρόσωπος των συμφερόντων του πελάτη, ο δικηγόρος «σφραγίζει» τις υποθέσεις του με την δική του προσωπικότητα: οι δικές του εσωτερικές συγκρούσεις και η στάση που τηρεί γενικότερα απέναντι στο πώς πρέπει να χειριζόμαστε καταστάσεις σύγκρουσης επηρεάζει κάθε ενέργεια που αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει για λογαριασμό του πελάτη του. Μαθαίνοντας να ελέγχει πρώτα ο ίδιος τα συναισθήματά του, ο δικηγόρος μπορεί να δει τους άλλους δικηγόρους ως εν δυνάμει συνεργάτες και να αναζητήσει μαζί τους τις καλύτερες δυνατές λύσεις που να προάγουν τα συμφέροντα και των δύο πλευρών.

Ασπασία Τσαούση

Δικηγόρος (LL.Μ., Ρh.D.)

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>